«Πάει, αυτό ήταν, τα χάσαμε τα παιδιά μας, αρχηγέ» ήταν τα λόγια του τότε προέδρου του Ολυμπιακού, Σταύρου Νταϊφά, προς τον Σταύρο Παπαδόπουλο, όταν έμαθε ότι εκείνη η μέρα, εκείνη η Κυριακή της 8ης Φεβρουαρίου του 1981, που θα έπρεπε να είναι ένα μεγάλο πάρτι, βάφτηκε με αίμα.
45 χρόνια έχουν περάσει από την αποφράδα εκείνη ημέρα που 21 ψυχές άφησαν την τελευταία τους πνοή στα σκαλοπάτια της Θύρας 7. Μια Κυριακή που δεν έμοιαζε με τις άλλες, που κανείς δε θα ήθελε να έρθει ξανά και που στιγμάτισε όχι μόνο την ιστορία του Ολυμπιακού αλλά και του ελληνικού αθλητισμού με μια τραγωδία που όμοια της δε θα ξαναβρεις.
Νίκη βαμμένη με αίμα
Ο ήλιος έλαμπε εκείνη την Κυριακή και έντυνε τόσο όμορφα κάθε κρυφή γωνία του γηπέδου που μετρούσε αντίστροφα για το μεγάλο ντέρμπι ανάμεσα σε Ολυμπιακό και ΑΕΚ. Οι φίλοι των «ερυθρολεύκων» τηρώντας με θρησκευτική ευλάβεια τις συνήθειες τους προετοιμαζόταν να πάρουν τη θέση τους στην κερκίδα. Διάλεξαν με προσοχή τη φανέλα που θα έβαζαν, πήραν το εισιτήριο στα χέρια τους και άρχισαν τη διαδρομή για το στάδιο. Οι πρώτοι, ήδη, είχαν φτάσει, η κερκίδα άρχισε να ζεσταίνεται και τα πρώτα συνθήματα έδιναν άλλο χρώμα στην ατμόσφαιρα. Οι δυο ομάδες πάτησαν στο χορτάρι και η αγωνία χτύπησε κόκκινο.
Το πρώτο σφύριγμα του διαιτητή ανέβασε και τους παλμούς στην κερκίδα. Μπαίνοντας στον αγωνιστικό χώρο οι παίκτες του Ολυμπιακού πήραν τον έλεγχο και με τη συμπλήρωση μισής ώρας παιχνιδιού προηγήθηκαν με γκολ του Γαλάκου. Στο δεύτερο μέρος η ΑΕΚ έμεινε με παίκτη λιγότερο λόγω της αποβολής του Μανωλά, κάτι που οι Πειραιώτες το εκμεταλλεύτηκαν και στο 53ο λεπτό, Περσίας και Γαλάκος συνδυάστηκαν άψογα και ο δεύτερος έστειλε την μπάλα στα δίχτυα διπλασιάζοντας τα τέρματα τους. Στο 68’ ήταν η σειρά του Κουσουλάκη να βάλει το όνομα του στον πίνακα των σκόρερ κάνοντας το 3-0 και στο 75’ ο Ορφανός ανέβασε το δείκτη του σκορ στο 4-0. Ο Ολυμπιακός συνέχισε να πιέζει και στο 80’ διεύρυνε το προβάδισμα του με τον Βαμβακούλα ενώ τέσσερα λεπτά αργότερα ο Γαλάκος διαμόρφωσε το τελικό 6-0.
Μια ευρεία νίκη που κανείς δε χάρηκε όσο σχεδίαζε καθώς μέσα σε λίγα λεπτά ο ενθουσιασμός, η χαρά, τα πανηγύρια που είχαν αρχίσει από νωρίς, έδωσαν τη θέση τους σε κραυγές βοήθειας, ένα «ανοίξτε», ένα «σταματήστε» και ένα μεγάλο «γιατί» που σιγοκαίει μέχρι και σήμερα.
Το χρονικό της τραγωδίας
Οι φίλαθλοι άρχισαν να αποχωρούν πριν το τελευταίο σφύριγμα του διαιτητή, βιάζονταν να φτάσουν στη Θύρα 1 για να περιμένουν την αποστολή να βγει και να αποθεώσουν τους παίκτες της ομάδας που λίγα λεπτά πριν τους είχαν κάνει τόσο χαρούμενους πετυχαίνοντας μια ευρεία νίκη επί ενός μεγάλου αντιπάλου. Όμως, υπολόγιζαν χωρίς τους υπεύθυνους, οι οποίοι δεν είχαν φροντίσει να ανοίξουν τις σιδερένιες πόρτες στη Θύρα 7. Κανείς δεν το παρατήρησε πριν φτάσει μπροστά στην πόρτα και πως θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά; Ο ενθουσιασμός ήταν τόσο έντονος, οι φωνές τόσο δυνατές και οι πανηγυρισμοί επισκίαζαν κάθε φωνή που ζητούσε βοήθεια.
Όπως κατέβαιναν τα σκαλοπάτια, ένας νεαρός φίλαθλος πάτησε ένα πεταμένο κάθισμα αφρολέξ και γλίστρησε στις σκάλες. Τον ακολούθησαν και οι υπόλοιποι. Οι πρώτες φωνές άρχισαν να ακούγονται αλλά η χαρά, ο ενθουσιασμός και τα «όλε, όλε» ήταν τόσο ηχηρά που τις επισκίασαν. Όσοι βρίσκονταν πιο πίσω δεν είχαν αντιληφθεί τι συνέβαινε και συνέχιζαν να προχωρούν. Οι μπροστινοί ποδοπατήθηκαν. Κάποιοι αστυνομικοί ξήλωσαν ένα από τα τουρνικέ καταφέρνοντας να απεγκλωβίσουν με αυτόν τον τρόπο αρκετό κόσμο.
Οι πρώτες σειρήνες ακούστηκαν, τα πρώτα ασθενοφόρα άρχισαν να καταφθάνουν από όλες τις περιοχές της Αθήνας. Νεκροί και τραυματίες μεταφέρθηκαν στο Τζάνειο. Οι συγγενείς αναζητούσαν τους δικούς τους ανθρώπους, τους φίλους τους. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι είχε συμβεί. Ρωτούσαν πως έγινε αυτό το κακό. Ήξεραν ότι ο πατέρας, ο παππούς, ο γιος ή η κόρη τους είχαν φύγει από το σπίτι για να βρεθούν στον γήπεδο πώς βρέθηκαν στο νοσοκομείο; Κανείς δεν μπορούσε να τους δώσει εξηγήσεις. Περίμεναν με αγωνία ένα καλό νέο, έβλεπαν τους γιατρούς να τρέχουν πανικόβλητοι, να κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούσαν για να φροντίζουν τους τραυματίες. Ωστόσο, το προσωπικό του νοσοκομείου δεν επαρκούσε για την περίθαλψη των τραυματιών και γινόταν συνεχώς εκκλήσεις για ιατρικές ενισχύσεις και αίμα.
Στο Τζάνειο κατέφθαναν κυβερνητικοί αξιωματούχοι, που ενημέρωναν διαρκώς τον πρωθυπουργό Γεώργιο Ράλλη και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Καραμανλή, για τις εξελίξεις. Η τηλεόραση διέκοψε την κανονική ροή του προγράμματός της και μετέδιδε σοβαρή μουσική. Η απορία ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπα πολλών. Τα πρώτα κλάματα των μανάδων πάγωσαν την ατμόσφαιρα. Μια κραυγή «Παναγία μου, το παιδί μου» έκανε κόμπο το στομάχι. Ο πρώτος είχε χαθεί και ακολούθησαν άλλοι 18. 20 ψυχές, 20 νέα παιδιά δεν κατάφεραν να κερδίσουν τη μάχη και «έφυγαν» για τη γειτονιά των αγγέλων στο «Τζάνειο» Νοσοκομείο του Πειραιά. Έξι μήνες αργότερα στη λίστα των θυμάτων προστέθηκε ακόμη ένας, ο οποίος δεν κατόρθωσε να ξυπνήσει ποτέ από το κώμα στο οποίο είχε πέσει.
Τα θύματα έφτασαν τα 21 ενώ οι τραυματίες ήταν πολλοί περισσότεροι. Αυτό που συνέβη είναι αδύνατον να το κατανοήσει ο ανθρώπινος νους! Κάποιοι λένε ότι η πόρτα ήταν μισάνοιχτη, άλλοι ότι ήταν κλειστή. 21 νέοι άνθρωποι χάθηκαν τόσο άδικα αλλά κανείς δεν έχει λογοδοτήσει ουσιαστικά μέχρι και σήμερα για αυτή την τραγωδία.
Τα θύματα της Θύρας 7
Παναγιώτης Τουμανίδης (14 ετών)
Κώστας Σκλαβούνης (16 ετών)
Ηλίας Παναγούλης (17 ετών)
Γεράσιμος Αμίτσης (18 ετών)
Γιάννης Κανελλόπουλος (18 ετών)
Σπύρος Λεωνιδάκης (18 ετών)
Γιάννης Σπηλιόπουλος (19 ετών)
Νίκος Φίλος (19 ετών)
Γιάννης Διαλυνάς (20 ετών)
Βασίλης Μάχας (20 ετών)
Ευστράτιος Πούπος (20 ετών)
Μιχάλης Κωστόπουλος (21 ετών)
Ζωγραφούλα Χαϊρατίδου (23 ετών)
Σπύρος Ανδριώτης (24 ετών)
Κώστας Καρανικόλας (26 ετών)
Μιχάλης Μάρκου (27 ετών)
Κώστας Μπίλας (28 ετών)
Αναστάσιος Πιτσόλης (30 ετών)
Αντώνης Κουρουπάκης (34 ετών)
Χρήστος Χατζηγεωργίου (34 ετών)
Δημήτριος Αδαμόπουλος (40 ετών)
Ευθύνη αποδόθηκε;
Στις 7 Μαρτίου 1984 πραγματοποιήθηκε αυτοψία στη Θύρα 7 του Σταδίου, παρουσία των δικαστών που χειρίζονταν την υπόθεση της πολύνεκρης τραγωδίας. Η αυτοψία διήρκεσε 45 λεπτά και άρχισε στις 5.30 το απόγευμα, με την άφιξη του προέδρου του δικαστηρίου, Γιάννη Πρίαμου. Κατά τη διάρκειά της, αστυνομικοί και φύλακες του γηπέδου ενημέρωσαν τους δικαστές για τις συνθήκες αστυνόμευσης και λειτουργίας της θύρας την ημέρα του δυστυχήματος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, 180 αστυφύλακες είχαν αναλάβει την ασφάλεια περίπου 40.000 φιλάθλων. Κατά την αυτοψία προέκυψε έντονη διαφωνία σχετικά με το αν το διαχωριστικό κιγκλίδωμα μεταξύ των θυρών 7 και 8 ήταν ανοιχτό ή κλειστό. Οι αστυνομικοί υποστήριξαν ότι ήταν κλειστό, ενώ οι φύλακες ανέφεραν πως ήταν ανοιχτό.
Ο συνήγορος των θυμάτων, Πανταζόπουλος, επέμεινε ότι τα τουρνικέ δεν είχαν απομακρυνθεί, με αποτέλεσμα πολλοί φίλαθλοι, στην προσπάθειά τους να σωθούν, να αναγκαστούν να πηδήξουν τα εμπόδια. Κοινή διαπίστωση όλων ήταν η προχειρότητα των εγκαταστάσεων, οι οποίες εγκυμονούσαν σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλεια των φιλάθλων.
Μετά την αυτοψία, πραγματοποιήθηκαν παρεμβάσεις στον χώρο καθώς τοποθετήθηκε κουπαστή στο μέσον της θύρας, διαπλατύνθηκε ο κεντρικός διάδρομος των εξεδρών και ανοίχθηκαν τρεις επιπλέον έξοδοι για την εκκένωση του χώρου.
Σε δικαστικό επίπεδο, ο εισαγγελέας Πειραιά, Ναπολέων Παντιώρας, πρότεινε την παραπομπή 11 ατόμων με κατηγορίες ανθρωποκτονίας εξ αμελείας και πρόκλησης σωματικών βλαβών. Πρωτόδικα, οι πέντε θυρωροί του Σταδίου, Σκανδάλης, Δουρέκας, Τσούτσικας, Σουκαράς και Τσουρέκας, καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης 10 ετών.
Ο εισαγγελέας της έδρας, Αριστείδης Δαγριτζάκης, είχε ζητήσει την επιβολή ποινής 10 μηνών για κάθε θάνατο και τριών μηνών για κάθε τραυματισμό.
Το δικαστήριο τελικά επέβαλε συνολική ποινή 10 ετών φυλάκισης και χρηματικό πρόστιμο. Οι καταδικασθέντες άσκησαν έφεση και αφέθηκαν ελεύθεροι.
Η δίκη διήρκεσε 28 ημέρες, εξετάστηκαν 100 μάρτυρες και αγόρευσαν 16 συνήγοροι. Στις 17 Φεβρουαρίου 1984, το Δικαστήριο ανακοίνωσε την αθώωση τεσσάρων αστυνομικών και του διευθυντή του Σταδίου, Βασίλη Σπανόπουλου, λόγω αμφιβολιών. Η απόφαση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από τους συγγενείς των θυμάτων, με σκηνές οργής να εκτυλίσσονται εντός της δικαστικής αίθουσας.